Paste a Video URL

ceb1cebdceb1cf83cf84ceb1cf83ceb7-cf83ceb5-cebfcebbcebf-cf84cebf-cf83cf85cebccf80ceb1cebd-13.jpg

Ἡ Ἑλλάδα σὲ ποντικοπαγίδα

Θὰ ἀρχίσουμε τοῦτο τὸ κείμενό μας μὲ ἕναν μύθο. Ὁ μύθος λοιπὸν αὐτὸς λέει ὅτι κάποτε ἕνα ποντικάκι παρατήρησε ἐκεῖ ποὺ ζοῦσε πὼς ὁ νοικοκύρης, ἕνας ἀγρότης, καὶ ἡ γυναίκα του τοποθέτησαν στὸ σπίτι μιὰ ποντικοπαγίδα! Τρέχει τότε τρομαγμένο στὸν ἀχυρώνα γιὰ νὰ ἀνακοινώσει τὸ φοβερὸ νέο:
– Μιὰ ποντικοπαγίδα μέσα στὸ σπίτι! Μιὰ ποντικοπαγίδα μέσα στὸ σπίτι, φώναξε δυνατά.
– Πρόβλημά σου, τοῦ ἀπάντησε πρώτη ἡ κότα. Τί μὲ νοιάζει ἐμένα, ἂν ὑπάρχει πον­τικοπαγίδα στὸ σπίτι…
– Δικός σου λογαριασμός, γρύλισε βαριεστημένο καὶ τὸ γουρούνι…
– Σιγὰ τὸν μεγάλο κίνδυνο, τοῦ πέταξε ἀδιάφορα τὸ βόδι. Τί μπορεῖ νὰ μοῦ κάνει ἐμένα μιὰ ποντικοπαγίδα!
Ὁ ποντικὸς ἔφυγε περίλυπος, ἀβοήθητος, φοβισμένος καὶ πολὺ ἀπογοητευμένος.
Σκοτείνιασε καὶ στὸ σπίτι ἔπεσαν ὅλοι νὰ κοιμηθοῦν. Ξαφνικὰ μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νύχτας ἀκούστηκε ὁ θόρυβος ποὺ κάνει ἡ ποντικοπαγίδα ὅταν κλείνει. Ἡ γυναίκα τοῦ ἀγρότη ἄκουσε τὸν θόρυβο καὶ περίεργη πετάχθηκε ἀμέσως νὰ δεῖ τί συνέβη. Πλησίασε τὴν παγίδα περιμένοντας νὰ δεῖ πιασμένο τὸ ποντίκι. Στὴν παγίδα ὅμως εἶχε πιαστεῖ ἀπὸ τὴν οὐρὰ ἕνα φίδι ποὺ φοβήθηκε μόλις τὴν ἀντιλήφθηκε νὰ πλησιάζει καὶ τὴ δάγκωσε…
Ὁ ἄντρας της σηκώθηκε τρομαγμένος ἀπὸ τὶς φωνές της καὶ ἀμέσως τὴν πῆρε καὶ τὴν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο. Ἐκεῖ τῆς ἔγινε ἡ κατάλληλη θεραπεία καὶ τὴν ἄφησαν νὰ φύγει… Ἀλλὰ ὅταν ἐπέστρεψαν στὸ σπίτι ἡ γυναίκα ἀνέβασε ὑψηλὸ πυρετό. Ἀναγκάστηκε τότε ὁ ἀγρότης νὰ σφάξει τὴν κότα, γιὰ νὰ τῆς κάνει μιὰ δυναμωτικὴ κοτόσουπα, ὅπως τὸν συμβούλεψε ὁ γιατρός. Ἡ γυναίκα ὅμως χειροτέρεψε. Συγγενεῖς καὶ φίλοι ἔφθαναν συνεχῶς στὸ σπίτι. Γιὰ νὰ τοὺς ταΐσει ὅλους αὐτούς ὁ ἀγρότης ἀναγκάστηκε νὰ σφάξει καὶ τὸ γουρούνι. Τελικὰ ἡ γυναίκα πέθανε! Στὴν κηδεία της ἦρθαν πάρα πολλοί καὶ γιὰ νὰ τοὺς φιλοξενήσει ὁ ἀγρότης στενοχωρημένος πολὺ κατέληξε νὰ σφάξει καὶ τὸ βόδι.
………………………………………..
Πολλὲς ποντικοπαγίδες ἔχουν τοποθε­τηθεῖ τὶς τελευταῖες δεκαετίες καὶ στὸν τόπο μας. Παγίδες ἀντιχριστιανικές, ἀντεθνικές, ἀντι­κοινωνικές… Ἡ Παιδεία ἀφελληνίζεται, ἡ Χριστιανικὴ πίστη χλευάζεται, περιφρο­νεῖται, περιορίζεται ἀσφυκτικά. Αὐτὸν δὲ τὸν καιρὸ μιὰ ἀπίστευτα φοβερὴ παγίδα τοποθετεῖται στὴν τσέπη τοῦ καθενός μας. Εἶναι ἡ ὀνομαζόμενη «Κάρτα τοῦ Πολίτη» καὶ ἡ λεγόμενη «Φοροκάρτα», μὲ τὶς ὁποῖες ἐπιδιώκεται ἡ πιὸ φριχτὴ ὑποδούλωση τῶν ἀδούλωτων Ἑλλήνων. Κάποια πον­τικάκια, ὑποψιασμένα γιὰ τὸ ἐπερχόμενο ἐφιαλτικὸ μέλλον τοῦ ἐλέγχου τῶν πάντων, φωνάζουν πρὸς κάθε κατεύθυνση πὼς ὁ ἐχθρὸς πέρασε ἤδη μέσα στὸ κάστρο καὶ ἡ παγίδα ἔχει τοποθετηθεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ σπιτιοῦ…
Ὅμως οἱ φωνές τους δὲν συναντοῦν παρὰ τὴν παγερὴ ἀδιαφορία τῶν πολλῶν καὶ οἱ ὑπεύθυνοι κυβερνῆτες καγχάζουν θριαμβικά, ἀποκοιμίζοντας μὲ παραπλανητικὰ γλυκόλογα τὸν καταπτοημένο λαό. Μοιάζουν νὰ ἔχουν βραχυκυκλωθεῖ τὰ πάντα. Ἐλάχιστοι δημοσιογράφοι ἀρθρώνουν κάποιο λόγο ἐλεγκτικό. Ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μόλις τολμήσει νὰ πεῖ κάτι, ἀντιμετωπίζει τὴ χλεύη καὶ τὸν διασυρμό. Ξεσηκώνονται σὰν μὲ σύνθημα ὅλοι οἱ φορεῖς καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς κυβερνῶντες καὶ μεγάλο μέρος τῶν δημοσιογράφων καταφέρονται μανιωδῶς κατὰ τῶν Ἐπισκόπων, φωνάζοντάς τους σὲ ἔξαλλη κατάσταση: «Δὲν δικαιοῦσθε διὰ νὰ ὁμιλεῖτε»! Καθεῖστε στὴν ἄκρη, ἀσχοληθεῖτε μὲ τὸν Θεό σας, κάντε τοὺς ἁγιασμούς σας, καὶ μὴν ἀνακατεύεστε μὲ τὰ κοινά, μὴν πολιτικολογεῖτε…!
Ἂν ἡ πίστη σας παραμερίζεται, ἂν τὸ Εὐαγγέλιό σας περιφρονεῖται, ἂν ἡ ἐκκλη­σιαστική σας ζωὴ γε­λοιο­ποιεῖται… πρόβλημά σας…! Ἐμᾶς ἀφεῖστε μας ἥσυχους… Δὲν θέλουμε τὶς προσευχὲς καὶ τοὺς ἁγιασμούς σας. Ἐμᾶς τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ξαναγεμίσουν τὰ πορτοφόλια μας, νὰ συνεχίσουμε ἀμέριμνοι τὴν καλοπέρασή μας.
Παγερὴ ἀδιαφορία, χλευαστικὴ εἰρωνία, ὠμὴ κατασυκοφάντηση, προκλητικὸς διασυρμός. Δὲν καταλαβαίνουν, δὲν θέλουν νὰ καταλάβουν, νὰ δοῦν, νὰ συνειδητοποιήσουν τὸν κίνδυνο τῆς ποντικοπαγίδας. Δὲν βλέπουν πὼς ἤδη ἔχουν πιαστεῖ σ᾿ αὐτὴν τὰ φίδια ποὺ θὰ τοὺς ἐπιφέρουν τὸ θανατηφόρο δάγκωμα. Δὲν ἐννοοῦν πὼς ὅπου νά ᾿ναι θ᾿ ἀρχίσει ἡ ἀνελέητη σφαγὴ τῶν ἀφρόνων ἡγετῶν καὶ τῶν κάθε λογῆς λαοπλάνων, γιὰ νὰ ἐπιβληθεῖ καθεστὼς νεκροταφείου στὸν τόπο καὶ σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Ἄφρονες καὶ ἀνυποψίαστοι μπροστὰ στὸν γκρεμὸ ἁπλώνουν τὸ πόδι τους ἐπιπόλαια στὸ κενὸ γιὰ νὰ καταποντιστοῦν στὸ βάραθρο τοῦ παγκοσμιοποιημένου νέου ναζισμοῦ. Καὶ θὰ καταποντιστοῦν σίγουρα. Καὶ θὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κυρίως πού, ὅπως ἡ ἄμυαλη κότα καὶ τὰ παχύδερμα τοῦ σταύλου, θὰ ὑποστοῦν τὶς τρομερὲς συνέπειες τῶν τωρινῶν ἐπιπόλαιων ἐνεργειῶν τους.
Μπροστὰ σὲ τέτοια ἐφιαλτικὴ προοπτικὴ οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε ἐπιτέλους νὰ ξυπνήσουμε. Γιὰ μᾶς ἡ πορεία αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο μιὰ ἐπιλογὴ καταστροφῆς ἀλλὰ καὶ προπαντὸς μιὰ προοπτικὴ ἀναστάσεως. Διότι γνωρίζουμε πὼς τὶς τύχες τοῦ κόσμου τὶς κατευθύνει ὁ Κυβερνήτης τῶν πάντων, ὁ Χριστός. Καὶ γνωρίζουμε πὼς μέσα ἀπὸ τὶς στάχτες τῆς καταστροφῆς Ἐκεῖνος θὰ ὁδηγήσει τὴν Ἐκκλησία Του στὸν μέγιστο ὅλων τῶν θριάμβων της.

Τὸ δάκρυ τῆς Ἀθηνᾶς

Ἀπὸ τὰ χθεσινὰ «ΝΕΑ»

Ἀπὸ τὰ χθεσινὰ «ΝΕΑ»

Αστραπή

Αξιόλογο

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ! ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ…

Σαββόπουλος 1

ΥΠΑΤΙΑ, ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ, ΠΑΡΑΒΟΛΑΝΟΙ

Οἱ «Παραβαλανεῖς»

Οἱ «Παραβολάνοι» ἢ «Παραβαλανεῖς» εἶναι μία πολὺ γνωστὴ Ἀδελφότητα ποὺ ἀναπτύχθηκε καὶ ἔδρασε ἀποκλειστικὰ στὴν πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας. Τὸ ὄνομά της ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τὶς ἑρμηνεῖες ποὺ τοῦ δόθηκαν. Οἱ περισσότεροι ἐρευνητὲς ὑπέθεσαν ὅτι τὸ ὄνομα προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα παραβάλλω καὶ ὅτι ἀποδόθηκε στοὺς «Παραβολάνους» ἐπειδὴ θεωρήθηκε ὅτι αὐτοὶ παρέβαλλαν τὴν ζωὴ τους μεταξὺ τῶν ἀσθενῶν καὶ μάλιστα τῶν λεπρῶν, θέτοντάς τη σὲ κίνδυνο.

Ἡ ἐρμηνεία αὐτὴ εἶναι λανθασμένη. Οἱ «Παραβαλανεῖς», ὅπως τεκμηριωμένα ἀποδεικνύει ὁ εἰδικὸς μελετητὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ἔλαβαν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸ ὅτι ἔμεναν δίπλα ἀπὸ ἕνα δημόσιο «βαλανεῖον» (λουτρό). Ἦταν «παρὰ βαλανεῖον».[1] Τὰ βαλανεῖα ἦταν σημαντικὰ οἰκοδομήματα στὶς πόλεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὑπῆρχαν μεγάλα δημόσια βαλανεῖα, ποὺ εἶχαν καὶ ἄλλους χώρους, μάλιστα μεγάλες αἴθουσες γιὰ συζητήσεις. Ὑπῆρχαν εἰδικὰ λουτρὰ (βαλανεῖα) γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Πιθανὸν σὲ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ βαλανεῖο διακονοῦσαν οἱ «Παραβαλανεῖς» καὶ ἐπειδὴ ἔμεναν δίπλα ἀπ᾿ αὐτὸ πῆραν ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φράση τὸ ὄνομά τους.

Οἱ «Παραβαλανεῖς» δὲν εἶναι ὅ,τι καλύτερο ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ ἱστορία τῶν Ἀδελφοτήτων. Ἐδραστηριοποιοῦντο βεβαίως σὲ φιλανθρωπικὰ πρωτίστως ἔργα, ἰδίως στὴν περιποίηση τῶν λεπρῶν καὶ ἄλλων ἀσθενῶν, καὶ ἀκόμη στὴν ταφὴ ἐγκαταλελειμμένων νεκρῶν, ἐχρησιμοποιοῦντο ὅμως καὶ σὲ ἄλλες ὑπηρεσίες ποὺ δὲν εἶχαν σχέση μὲ τὴν φιλανθρωπία καὶ μερικὲς φορὲς ἦταν τελείως ξένες πρὸς τὴν ἀποστολὴ τους.

Ἡ ἐξήγηση δὲν εἶναι ἄγνωστη. Οἱ «Παραβαλανεῖς» ἦταν μὲν αὐτοτελὴς Ἀδελφότητα, εἶχαν ὅμως ἄμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Πατριάρχη Ἀλεξάνδρειας. Ἀποτελοῦσαν δηλαδὴ ἕνα πρώιμο εἶδος Ἰησουϊτικοῦ ἢ παρομοίου τάγματος, ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀναπτύχθηκαν ἀργότερα στὸν χῶρο τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ καὶ τὰ ὁποῖα βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν ἄμεσο ἔλεγχο τοῦ πάπα τῆς Ρώμης. Ἦταν ἕνα «Opus Dei» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης στὴν ὑπηρεσία τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξάνδρειας.

Ἡ ἄμεση αὐτὴ ἐξάρτηση σίγουρα δὲν ὠφέλησε οὔτε τοὺς «Παραβαλανεῖς» οὔτε βεβαίως τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο στὸ τέλος χρεώθηκε τὸν ὑπερβολικό – μέχρι φανατισμοῦ – ζῆλο καὶ τὶς ἀκρότητες καὶ βίαιες ἐκδηλώσεις τῶν «Παραβαλανέων», ποὺ φαίνεται νὰ πρωτοστάτησαν καὶ στὸ φόνο τῆς εἰδωλολάτρου φιλοσόφου Ὑπατίας τὸ ἔτος 415.[2]

Εἶναι ἐν προκειμένῳ πολὺ λυπηρὸ τὸ ὅτι τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν φόνο τῆς Ὑπατίας τὴ χρεώθηκε στὸ τέλος ὁ ἅγιος Πατριάρχης Κύριλλος, ὁ ὁποῖος ὅμως, ὅπως τεκμηριωμένα ἐπιχειρηματολογεῖ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, πρέπει νὰ ἦταν τελείως ἀμέτοχος πρὸς τὸ φρικιαστικὸ αὐτὸ ἔγκλημα.[3]

Ἀλλὰ, ὅπως ἐσημειώσαμε, ἡ ἄμεση ἐξάρτηση τῶν «Παραβαλανέων» ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ γίνει αὐτὴ ἡ διασύνδεση εὐθυνῶν. «Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο», σημειώνει ὁ ἱστορικὸς Σωκράτης.[4] (Αὐτό – ὁ φόνος δηλαδὴ τῆς Ὑπατίας – μεγάλο ψεγάδι δημιούργησε στὸν Κύριλλο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξάνδρειας).

Αὐτὸ μάλιστα τὸ θλιβερὸ περιστατικὸ φαίνεται ὑπῆρξε καὶ ἡ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία τὸ ἑπόμενο ἔτος (τὸ 416) ἀντιπροσωπεία κατοίκων τῆς Ἀλεξάνδρειας, προφανῶς σταλμένη ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἔπαρχο Ἀλεξάνδρειας Ὀρέστη, πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐξέφρασε στὸν βασιλέα Θεοδόσιο τὸν νεότερο παράπονα κατὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν «Παραβαλανέων». Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ ἐκδώσει ὁ αὐτοκράτορας νόμο στὶς 29 Σεπτεμβρίου τοῦ 416, μὲ τὸν ὁποῖο ἀφαιροῦσε τὴν ἐποπτεία τῶν «Παραβαλανέων» ἀπὸ τὸν Πατριάρχη (ἢ τουλάχιστον τοῦ τὴν περιόριζε) καὶ τὴν ἀνέθετε στὶς πολιτικὲς ἀρχὲς τῆς Ἀλεξάνδρειας, καὶ ἐπὶ πλέον μείωνε τὸν ἀριθμὸ τῶν «Παραβαλανέων» σὲ 500. Ἀργότερα ὅμως ὁ ἴδιος αὐτοκράτορας, μὲ νέο νόμο τῆς 3ης Φεβρουαρίου τοῦ 418, αὔξησε τὸν ἀριθμὸ τῶν «Παραβαλανέων» στοὺς 600 καὶ ἐπανέφερε τὴν ὀργάνωση κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Πατριάρχη τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἀφοῦ, φαίνεται, στὸ μεταξὺ διαφωτίσθηκε ἀντικειμενικότερα καὶ πείσθηκε γιὰ τὴν ἔλλειψη εὐθύνης τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τὴν περίοδο τῶν ταραχῶν ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια.[5]

Ἀργότερα ὡστόσο οἱ «Παραβαλανεῖς» χρησιμοποιήθηκαν καὶ πάλι σὲ βίαια ἔκτροπα ἀπὸ τὸν πατριάρχη Διόσκορο κατὰ τὴ Ληστρικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τὸ ἔτος 449, ὅπου σκόρπισαν κυριολεκτικὰ τὸν τρόμο.

Πῶς γινόταν ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν τῶν «Παραβαλανέων»; Σύμφωνα μὲ τὸν Θεοδοσιανὸ Κώδικα οἱ «Παραβαλανεῖς» ἐξελέγοντο κατὰ τὴν κρίση τοῦ Πατριάρχη τῆς Ἀλεξάνδρειας («ex episcopi alexandrini arbitrio fiunt»), ἀπαγορευόταν δὲ νὰ εἶναι ἀξιωματικοὶ ἢ βουλευτές.[6] Ὤφειλαν πάντως νὰ περιποιοῦνται τοὺς ταλαιπωρημένους ἀσθενεῖς καὶ νὰ ὑπακούουν στὶς ἐντολὲς τοῦ πάπα τους («confectorum morbis curam gerere debent eiusque papae jussis obsequi»[7]).

Οἱ τελευταῖες εἰδήσεις γιὰ τοὺς «Παραβαλανεῖς» ἔρχονται ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα.[8] Ἔπειτα μᾶλλον ἐξαφανίζονται.

Χωρὶς νὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀρνηθεῖ ἢ νὰ μειώσει τὸν σημαντικὸ θετικὸ ρόλο τῶν «Παραβαλανέων» στὴ φιλανθρωπικὴ δραστηριότητα, ὅπου κυριολεκτικὰ ἔθεταν σὲ κίνδυνο τὴ ζωή τους ἀναλαμβάνοντας τὴν περιποίηση λεπρῶν καὶ ἄλλων ἀσθενῶν μὲ ἐπικίνδυνες μεταδοτικὲς ἀσθένειες, ὀφείλουμε ὡστόσο νὰ ἐπισημάνουμε καὶ πάλι τὰ ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα ποὺ εἶχε ἡ ἄμεση καὶ πλήρης ἐξάρτησή τους ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Πατριάρχη τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἡ ἐκτροπή τους «οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο». Καὶ ὄχι μόνο στὸν Κύριλλο καὶ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξάνδρειας προσέθεσε «μῶμον» (ψεγάδι – κατηγορία) ἀλλὰ καὶ γενικότερα στὴν Ἐκκλησία καὶ μέχρι σήμερα ἀκόμη, ποὺ οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως κάθε φορὰ ἐπαναφέρουν καὶ προσάπτουν στὴν Ἐκκλησία τὴν κατηγορία γιὰ τὴ φρικτὴ κατακρεούργηση (τῆς ἀφήρεσαν τὰ ἐνδύματα καὶ τὴν ἔκοψαν κομμάτια) τῆς φιλοσόφου Ὑπατίας.

Μιὰ ἀπεξάρτηση τῶν «Παραβαλανέων» ἀπὸ τὴν ἄμεση ἐπίβλεψη τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξάνδρειας εἶναι πιθανὸν νὰ μὴν ἐπέτρεπε στὴν Ἀδελφότητα αὐτὴ νὰ ἐκτρέπεται ἀπὸ τὴν φιλανθρωπική της δραστηριότητα σὲ ἔργα ξένα πρὸς τὴν ἀποστολή της, ἢ καὶ ἂν ἐκτρεπόταν, δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ προσάπτονται κατηγορίες στὸν Πατριάρχη καὶ τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὶς ἐκτροπές της. Γίνεται αὐτὸ φανερὸ ἀπὸ τὸ ὅτι ὅπως φαίνεται εἶναι ἡ μοναδικὴ Ἀδελφότητα ποὺ δημιούργησε προβλήματα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.


[1] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἀλεξάνδρεια 1935, σελ. 499-501.

[2] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἀλεξάνδρεια 1935, σελ. 286· ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΟΥ, «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ», Περιοδικὸ «ΑΚΤΙΝΕΣ», τ. 567, Ἰαν. 1996, σελ. 18· «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ», Ἄρθρο «ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ», ἔκδ. ΜΑΡΤΙΝΟΣ, Ἀθῆναι 1962, τόμ. 1ος, σελ. 405.

[3] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἀλεξάνδρεια 1935, σελ. 286-7.

[4] ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», 7,15.

[5] ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΟΥ, «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ», Περιοδικὸ «ΑΚΤΙΝΕΣ», τ. 567, Ἰαν. 1996, σελ. 18· ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἀλεξάνδρεια 1935, σελ. 286-7.

[6] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΜΙΛΑΣ, «ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ», Ἀθῆναι 1906, σελ. 971.

[7] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΜΙΛΑΣ, «ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ», Ἀθῆναι 1906, σελ. 971.

[8] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Ἀλεξάνδρεια 1935, σελ. 499.

ΠΕΡΙ ΥΠΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΥΝΕΣΙΟΥ ΚΥΡΗΝΗΣ

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 10 Τῇ φιλοσόφῳ Ὑπατίᾳ.

Αὐτήν τέ σε καὶ διὰ σοῦ τοὺς μακαριωτάτους ἑταί ρους ἀσπάζομαι, δέσποινα σεβασμία, πάλαι μὲν ἂν ἐγκαλέσας ἐφ᾽ οἷς οὐκ ἀξιοῦμαι γραμμάτων, νῦν δὲ οἶδα παρεοραμένος ὑφ᾽ ἁπάντων ὑμῶν ἐφ᾽ οἷς ἀδικῶ μὲν οὐδὲν ἀτυχῶ δὲ πολλὰ καὶ ὅσα ἄνθρωπος ἀτυχῆ σαι δύναται. ἀλλ᾽ εἴπερ εἶχον ἐντυγχάνειν ὑμετέραις ἐπιστολαῖς καὶ μανθάνειν ἐν οἷς διατρίβετε (πάντως δὲ ἐν ἀμείνοσίν ἐστε καὶ καλλίονος πειρᾶσθε τοῦ δαί μονος), ἐξ ἡμισείας ἂν ἔπραττον πονήρως ἐν ὑμῖν εὐτυχῶν· νυνὶ δὲ ἕν τι καὶ τοῦτο τῶν χαλεπῶν ἐστὶν ἅ με κατείληφεν. ἀπεστέρημαι μετὰ τῶν παιδίων καὶ τῶν φίλων καὶ τῆς παρὰ πάντων εὐνοίας, καὶ τὸ μέγιστον, τῆς θειοτάτης σου ψυχῆς, ἣν ἐγὼ μόνην ἐμαυτῷ ἐμμενεῖν ἤλπισα κρείττω καὶ δαιμονίας ἐπη ρείας καὶ τῶν ἐξ εἱμαρμένης ῥευμάτων.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 15 Τῇ φιλοσόφῳ

Οὕτω πάνυ πέπραγα πονήρως, ὥστε ὑδροσκοπείου μοι δεῖ. ἐπίταξον αὐτὸ χαλκευθῆναί τε καὶ συνενωθῆναι. σωλήν ἐστι κυλινδρικός, αὐλοῦ καὶ σχῆμα καὶ μέγεθος ἔχων. οὗτος ἐπί τινος εὐθείας δέχεται τὰς κατατομάς, αἷς τῶν ὑδάτων τὴν ῥοπὴν ἐξετάζομεν· ἐπιπωματίζει γὰρ αὐτὸν ἐκ θατέρου κῶνος κατὰ θέσιν ἴσην ἐγκείμε νος, ὡς εἶναι κοινὴν βάσιν ἀμφοῖν, τοῦ τε κώνου καὶ τοῦ σωλῆνος. αὐτὸ δὴ τοῦτό ἐστι τὸ βαρύλλιον. ὅταν οὖν εἰς ὕδωρ καθῇς τὸν αὐλόν, ὀρθὸς ἑστήξει καὶ παρέξει σοι τὰς κατατομὰς ἀριθμεῖν· αἳ δὲ τῆς ῥοπῆς εἰσι γνωρίσματα.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 16 Τῇ αὐτῇ.

Κλινοπετὴς ὑπηγόρευσα τὴν ἐπιστολήν, ἣν ὑγιαί νουσα κομίσαιο, μῆτερ καὶ ἀδελφὴ καὶ διδάσκαλε καὶ διὰ πάντων τούτων εὐεργετικὴ καὶ πᾶν ὅ τι τίμιον καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα. ἐμοὶ δὲ τὰ τῆς σωματικῆς ἀσθενείας ψυχικῆς αἰτίας ἐξῆπται. κατὰ μικρόν με δαπανᾷ τῶν παιδίων τῶν ἀπελθόντων ἡ μνήμη. μέχρις ἐκείνου ζῆν ἄξιον ἦν Συνέσιον, μέχρις ἦν ἄπειρος τῶν τοῦ βίου κακῶν. εἶτα ὥσπερ ῥεῦμα ἐπισχεθὲν ἅθρουν ἐρρύη, καὶ μετέβαλεν ἡ γλυκύτης τοῦ βίου. παυσαίμην ἢ ζῶν ἢ μεμνημένος τῶν υἱέων τοῦ τάφου. σὺ δὲ αὐτή τε ὑγιαίνοις καὶ ἄσπασαι τοὺς μακαρίους ἑταίρους, ἀπὸ τοῦ πατρὸς Θεοτέκνου καὶ ἀπὸ τοῦ ἀδελφοῦ Ἀθανασίου ἀρξαμένη, πάντας ἑξῆς· καὶ εἴ τις αὐτοῖς προσγέγονεν, ὡς εἶναί σοι καταθύμιος, ἐμὲ δὲ δεῖ χάριν ὀφείλειν αὐτῷ διότι σοι καταθύμιός ἐστι, κἀκεῖνον ὡς φίλον φίλτατον ἄσπασαι παρ᾽ ἐμοῦ. τῶν ἐμῶν εἴ τί σοι μέ λει, καλῶς ποιεῖς· καὶ εἰ μὴ μέλει, οὐδὲ ἐμοὶ τούτου μέλει.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 33 Τῇ φιλοσόφῳ

Ἠχοῦς ἔοικα πρᾶγμα ποιεῖν. ἃς παρείληφα φωνὰς ἀντιδίδωμι, τὸν θαυμαστὸν Ἀλέξανδρον ἐπαι νῶν παρὰ σοί.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 81 Τῇ φιλοσόφῳ

Εἰ καὶ μὴ πάντα ὁ δαίμων ἀφελέσθαι με δύναται, ἀλλὰ βούλεται ὅσα γε δύναται, ὅς μ᾽ υἱῶν πολλῶν τε καὶ ἐσθλῶν εὖνιν ἔθηκεν, ἀλλὰ τό γε προαιρεῖσθαι τὰ βέλτιστα καὶ τίθεσθαι τοῖς ἀδικουμένοις οὐκ ἀφαιρήσεται· μὴ γὰρ δὴ καὶ τῆς γνώμης ἡμῶν κατισχύσειε. μισῶ μὲν οὖν ἀδι κίαν, ἔξεστι γάρ· κωλύειν δὲ βουλοίμην μέν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τῶν ἀφαιρεθέντων ἐστί, καὶ οἴχεται καὶ τοῦτο πρὸ τῶν παιδίων. πάλαι ποτ᾽ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι. ἦν ὅτε κἀγὼ φίλοις ὄφελος ἦν, καὶ σύ με ἐκάλεις ἀλ λότριον ἀγαθὸν εἰς ἑτέρους δαπανῶντα τὴν παρὰ τῶν μέγα δυναμένων αἰδῶ, καὶ ἦσαν ἐκεῖνοι χεῖρες ἐμαί. νυνὶ δὲ ἁπάντων ἔρημος ὑπολείπομαι, πλὴν εἴ τι σὺ δύνῃ· καὶ γὰρ δὴ καὶ σὲ μετὰ τῆς ἀρετῆς ἀγαθὸν ἄσυ λον ἀριθμῶ. σὺ μὲν οὖν ἀεὶ καὶ δύνῃ καὶ δύναιο κάλλιστα χρωμένη τῷ δύνασθαι, Νίκαιος δὲ καὶ Φι λόλαος οἱ καλοὶ κἀγαθοὶ νεανίαι καὶ συγγενεῖς, ὅπως ἐπανέλθοιεν τῶν ἰδίων γενόμενοι κύριοι, πᾶσι μελέτω τοῖς τὰ σὰ τιμῶσι καὶ ἰδιώταις καὶ ἄρχουσι.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 124 Τῇ φιλοσόφῳ

Εἰ δὲ θανόντων περ καταλήθοντ᾽ εἰν ἀίδαο, <2αὐτὰρ ἐγὼ καὶ κεῖθι>2 τῆς φίλης Ὑπατίας μεμνή σομαι. ἔγωγέ τοι τοῖς πάθεσι τῆς πατρίδος περιεχό μενος καὶ δυσχεραίνων αὐτὴν ἐφ᾽ οἷς ὁρῶ καθ᾽ ἡμέραν ὅπλα πολέμια καὶ ἀποσφαττομένους ἀνθρώπους ὥσπερ ἱερεῖα, καὶ τὸν ἀέρα διεφθαρμένον ἕλκων ἀπὸ τῆς σή ψεως τῶν σωμάτων, καὶ αὐτὸς ἕτερα τοιαῦτα παθεῖν προσδοκῶν (τίς γὰρ εὔελπις, ἐν ᾧ καὶ τὸ περιέχον ἐστὶ κατηφέστατον, κατειλημμένον τῇ σκιᾷ τῶν σαρ κοφάγων ὀρνέων;) ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτοις φιλοχωρῶν. τί γὰρ καὶ πάθω, Λίβυς ὢν καὶ ἐνταῦθα γενόμενος καὶ τῶν πάππων τοὺς τάφους οὐκ ἀτίμους ὁρῶν; διὰ σέ μοι δοκῶ μόνην ὑπερόψεσθαι τῆς πατρίδος κἂν λά βωμαι σχολῆς μεταναστεύσειν.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ 154 Τῇ φιλοσόφῳ

Τῆτες ἐξήνεγκα δύο βιβλία, τὸ μὲν ὑπὸ θεοῦ κινηθείς, τὸ δὲ ὑπὸ λοιδορίας ἀνθρώπων. καὶ γὰρ τῶν ἐν λευκοῖς ἔνιοι τρίβωσι καὶ τῶν ἐν φαιοῖς ἔφασάν με παρανομεῖν εἰς φιλοσοφίαν, ἐπαΐοντα κάλλους ἐν λέ ξεσι καὶ ῥυθμοῦ, καὶ περὶ Ὁμήρου τι λέγειν ἀξιοῦντα καὶ περὶ τῶν ἐν ταῖς ῥητορείαις σχημάτων, ὡς δὴ τὸν φιλό σοφον μισολόγον εἶναι προσῆκον καὶ μόνα περιεργάζε σθαι τὰ δαιμόνια πράγματα. καὶ αὐτοὶ μὲν θεωροὶ τοῦ νοητοῦ γεγονότες· ἐμὲ δὲ οὐ θέμις, διότι νέμω τινὰ σχολὴν ἐκ τοῦ βίου τῷ καὶ τὴν γλῶτταν καθήρασθαι καὶ τὴν γνώμην ἡδίω γενέσθαι. ἐνῆγε δὲ αὐτοὺς εἰς τὸ καταδικάσαι μου πρὸς μόνην παιδιὰν ἐπιτήδειον εἶναι τὸ τὰς Κυνηγετικὰς ἐκ τῆς οἰκίας οὐκ οἶδ᾽ ὅπως διαρρυεί σας σπουδασθῆναι διαφερόντως ὑπὸ νεανίσκων ἐνίων, οἷς Ἑλληνισμοῦ τε καὶ χάριτος ἔμελε, καί τινα τῶν ἐκ ποιητικῆς ἐπιμελῶς ἔχοντα καὶ παραδεικνύντα τι τῆς ἀρχαίας χειρός, ὅπερ ἐπὶ τῶν ἀνδριάντων λέγειν εἰώ θαμεν. ἀλλ᾽ ἐκείνων οἱ μὲν ἀμαθίας ἡγουμένης τοῦ θράσους προχειρότατοι πάντων εἰσὶ περὶ τοῦ θεοῦ δια λέγεσθαι (οἷς ἂν ἐντύχῃς, εὐθὺς ἀκούσῃ τινὰ περὶ τῶν ἀσυλλογίστων συλλογισμῶν), καὶ μὴ δεομένων ἐπαν τλοῦσι τῶν λόγων, ἰδίᾳ τι δοκῶ μοι διαφέρον αὐτοῖς. ἀπὸ γὰρ τούτων ἐν ταῖς πόλεσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι γίγνονται, ὃ ταὐτόν ἐστι καὶ τὸ κέρας τῆς Ἀμαλθείας, ᾧ οὗτοί γε δεῖν οἴονται χρῆσθαι. ἐπιγινώσκεις, οἶ μαι, τὸ φῦλον τοῦτο τὸ ῥᾴδιον, ὃ διαβάλλει γενναίαν ὑπόθεσιν. Οὗτοί με μαθητιᾶν ἑαυτοῖς ἀξιοῦσι, καί φασιν ἀποφανεῖν ἐντὸς ὀλίγου τὰ περὶ θεὸν παντολμότατον, ἡμέρας ἑξῆς καὶ νύκτας ἀγορεύειν δυνάμενον. ἕτεροι δὲ οἱ κάλλιον ᾐσθημένοι, παρὰ πολὺ τούτων εἰσὶ κακο δαιμονέστεροι σοφισταί, καὶ βούλοιντο μὲν ἂν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς εὐδοκιμεῖν, ἀλλ᾽ εὐτυχοῦσι τὸ μηδὲ τοῦτο δύ νασθαι. καὶ οἶσθά τινας ἐν λογιστηρίοις ἀποδύντας ἢ πάντως ἀπὸ μιᾶς γέ του συμφορᾶς ἀναπεισθέντας ἐν μεσημβρίᾳ τοῦ βίου φιλοσοφεῖν, ἀπὸ μόνου τοῦ τὸν θεὸν ἀπομόσαι ἢ κατομόσαι Πλατωνικῶς, οὓς φθά σειεν ἂν ἡ σκιὰ φθεγξαμένη τι τῶν δεόντων. δεινὴ δὲ ὅμως ἡ προσποίησις. ἥ τε γὰρ ὀφρῦς βαβαὶ τῆς ἀνα τάσεως εἰς ὅσον ἦρται, καὶ ἡ χεὶρ ὑπερείδει τὸ γένειον τά τε ἄλλα σεμνοπροσωποῦσιν ὑπὲρ τὰς Ξενοκράτους εἰκόνας. οἵ γε καὶ νομοθετεῖν ἡμῖν ἀξιοῦσιν ἅττα σφίσι λυσιτελέστατα, μηδένα μηδὲν ἀγαθὸν εἰδότα φα νερὸν εἶναι, ἡγούμενοι σφῶν αὐτῶν ἔλεγχον, εἴ τις φιλόσοφος εἶναι δοκῶν ἐπιστήσεται φθέγγεσθαι· αὐτοὶ γὰρ ἂν ὑπὸ τῇ προσποιήσει λαθεῖν καὶ δόξαι τἄνδο θεν εἶναι σοφίας ἀνάπλεῳ. ἄμφω με τούτω τὼ γένη διαβεβλήκατον, ὡς ἐπὶ τοῖς οὐδενὸς ἀξίοις ἐσπουδα κότα· τὸ μὲν ὅτι μὴ ταὐτὰ φλυαρῶ, τὸ δὲ ὅτι μὴ τὸ στόμα συγκλείσας ἔχω καὶ βοῦν τὸν ἐκείνων ἐπὶ τῆς γλώττης τίθεμαι. ἐπὶ τούτοις συνετέθη τὸ σύγ γραμμα, καὶ ἀπήντησε τῶν μὲν τῇ φωνῇ τῶν δὲ τῇ σιγῇ. προῆκται μὲν γὰρ ὡς ἐπὶ τούτους αὐτοὺς τοὺς ἀφώνους τε καὶ βασκάνους (πῶς οἴει μετ᾽ εὐπρεποῦς τοῦ σχήματος;), οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἐξεῦρεν ὅπως ἂν κἀκείνους συνεφελκύσαιτο. καὶ βούλεται μὲν πολυμαθείας οὐχ ἧτ τον ἐπίδειξις ἢ ἐγκώμιον εἶναι, οὐ γὰρ ἐξωμοσάμην τὰς αἰτίας, ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἔτι μᾶλλον ἀνιῷντο, συχνὰ καὶ πεφιλο τίμημαι· προϊὸν δὲ βίων αἱρέσεις ἐξετάζειν ἐπαινεῖ τὴν φιλοσοφίαν ὡς φιλοσοφωτάτην αἱρέσεων, ἣν ποίαν τινὰ νομίζειν χρή, τοῦ βιβλίου πυνθάνου. τελευτῶν δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν κιβωτίων ἀπολελόγηται, σχόντων τινὰ καὶ τούτων αἰτίαν, ἀδιόρθωτα κρύπτειν βιβλία. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τῶν τοιούτων οἱ τελχῖνες ἀπέσχοντο. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τῶν τοιούτων οἱ τελχῖνες ἀπέσχοντο. εἰ δὲ ἕκαστον ἐν τάξει τῇ προσηκούσῃ καὶ πάντα σὺν ὥρᾳ καὶ ἀφορμαὶ δίκαιαι τῶν ἑκασταχοῦ προκεχειρι σμένων, καὶ εἰ μερίζεται μὲν πλείοσι κεφαλαίοις κατὰ τὸ θεσπέσιον γράμμα, τὸν Φαῖδρον, ὃν περὶ πάντων ὁμοῦ τῶν εἰδῶν τοῦ καλοῦ Πλάτων ἐξήνεγκε, μεμηχά νηται δὲ ἅπαντα συννεύειν εἰς ἓν τὸ προκείμενον, καὶ εἴ που γέγονε πίστις ὑφέρπουσα τὸ ὑπτιάσαν διήγημα, καὶ εἰ προῆλθεν ὡς ἐν τοιούτοις ἀπόδειξις ἐκ τῆς πί στεως καὶ εἰ τὸ δι᾽ ἄλλο γενόμενον, ταῦτα μὲν τέχνης ἂν εἴη δῶρα καὶ φύσεως. ὅστις δὲ οὐκ ἀγύμναστος ἐπιφωρᾶσαί τι καὶ πρόσωπον θεῖον ὑπὸ φαυλοτέρῳ κρυπτόμενον σχήματι, ὥσπερ ἐποίουν Ἀθήνησιν οἱ δημιουργοί, Ἀφροδίτην καὶ Χάριτας καὶ τοιαῦτα κάλλη θεῶν ἀγάλμασι Σειληνῶν καὶ Σατύρων ἀμπίσχοντες, τοῦτον οὐ λήσει τὸ γράμμα, συχνὰ καὶ τῶν ἀβεβή λων ἀποκαλύψαν δογμάτων ὑπὸ τῇ προσποιήσει τοῦ παρέλκειν ἑτέρους λανθάνοντα καὶ τῷ λίαν εἰκῆ καὶ ὡς ἂν δόξειεν ἀφελῶς ἐγκατεσπάρθαι τῷ λόγῳ. τῶν μὲν γὰρ ἐκ τῆς σεληνιακῆς αἰτίας ἀποψύξεων οἱ νοσοῦν- τες ἐπιληψίαν αἰσθάνονται μόνοι, τῶν δὲ κατὰ νοῦν ἐπιβολῶν μόνοι δέχονται τὰς ἐκλάμψεις. οἷς ὑγιαίνουσι τὸ νοερὸν ὄμμα φῶς ἀνάπτει συγγενὲς ὁ θεός, ὃ τοῖς τε νοεροῖς τοῦ νοεῖν καὶ τοῖς νοητοῖς αἴτιον τοῦ νοεῖσθαι· καθάπερ τὸ τῇδε φῶς ὄψιν συνάπτει χρώματι, κἂν ἀφέλῃς, παρόντος ἡ πρὸς αὐτὸ δύναμις ἀνενέργητος. ὑπὲρ δὴ τούτων ἁπάντων σε κρίνουσαν περιμενοῦμεν. κἂν μὲν ψηφίσῃ προοιστέον εἶναι, ῥήτορσιν ἅμα καὶ φιλοσόφοις ἐκκείσεται· τοὺς μὲν γὰρ ἥσει, τοὺς δὲ ὀνήσει, πάντως γε, εἰ μὴ παρὰ σοῦ τῆς δυναμένης κρίνειν διαγεγράψεται. εἰ δὲ μὴ φανεῖταί σοι τῆς τῶν Ἑλλήνων ἀκοῆς ἄξιον, καὶ σὺ δὲ δήπου μετ᾽ Ἀριστο τέλους πρὸ τοῦ φίλου τὴν ἀλήθειαν θήσῃ, πυκνὸν καὶ βαθὺ σκότος ἐπηλυγάσεται, καὶ λήσεται τοὺς ἀνθρώ πους λεγόμενον. ταῦτα μὲν περὶ τούτου. θάτερον δὲ ὁ θεὸς καὶ ἐπέταξε καὶ ἐνέκρινεν, ὃ τῇ φαν ταστικῇ φύσει χαριστήριον ἀνατέθειται. ἔσκεπται δ᾽ ἐν αὐτῷ περὶ τῆς εἰδωλικῆς ἁπάσης ψυχῆς, καὶ ἕτερ᾽ ἄττα προκεχείρισται δόγματα τῶν οὔπω φιλοσοφηθέν των Ἕλλησι. καὶ τί ἄν τις ἀπομηκύνοι περὶ αὐτοῦ; ἀλλ᾽ ἐξείργασται μὲν ἐπὶ μιᾶς ἅπαν νυκτός, μᾶλλον δὲ λειψάνου νυκτός, ἢ καὶ τὴν ὄψιν ἤνεγκε τὴν περὶ τοῦ δεῖν αὐτὸ συγγεγράφθαι. ἔστι δὲ οὗ τῶν λόγων δίς που καὶ τρίς, ὥσπερ τις ἕτερος ὤν, ἐμαυτοῦ γέγονα μετὰ τῶν παρόντων ἀκροατής· καὶ νῦν ὁσάκις ἂν ἐπίω τὸ σύγγραμμα, θαυμαστή τις περὶ ἐμὲ διάθεσις γίνεται, καί τις ὀμφή με θεία περιχεῖται κατὰ τὴν ποίησιν. εἰ δὲ μὴ μόνον τὸ πάθος ἐμοῦ καὶ περὶ ἕτερον δ᾽ ἂν ταὐτὰ γένοιτο, σὺ καὶ τοῦτο μηνύσεις. σὺ γὰρ δὴ μετ᾽ ἐμὲ πρώτη τῶν Ἑλλήνων ἐντεύξῃ. ταῦτα τῶν τέως ἀνεκδότων ἀπέστειλα. καὶ ἵνα τέλειος ὁ ἀριθμὸς ᾖ, προσέθηκα τὸν περὶ τοῦ Δώρου, πάλαι γε νόμενον ἐν τῷ καιρῷ τῆς πρεσβείας πρὸς ἄνδρα παρὰ βασιλεῖ παραδυναστεύοντα· καί τι τοῦ λόγου τε καὶ τοῦ δώρου Πεντάπολις ὤνατο.

 

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περὶ Ὑπατίας τῆς φιλοσόφου.

῏Ην τις γυνὴ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ, τοὔνομα Ὑπατία· αὕτη Θέωνος μὲν τοῦ φιλοσόφου θυγάτηρ ἦν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προὔβη παιδείας, ὡς ὑπερακοντίσαι τοὺς κατ᾽ αὐτὴν φιλοσόφους, τὴν δὲ Πλατωνικὴν ἀπὸ Πλωτίνου καταγομένην διατριβὴν διαδέξασθαι, καὶ πάντα τὰ φιλόσοφα μαθήματα τοῖς βουλομένοις ἐκτίθεσθαι· διὸ καὶ οἱ πανταχόθεν φιλοσοφεῖν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ᾽ αὐτήν. Διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῇ ἐκ τῆς παιδεύσεως σεμνὴν παρρησίαν καὶ τοῖς ἄρχουσι σωφρόνως εἰς πρόσωπον ἤρχετο· καὶ οὐκ ἦν τις αἰσχύνη ἐν μέσῳ ἀνδρῶν παρεῖναι αὐτήν· πάντες γὰρ δι᾽ ὑπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αὐτὴν ᾐδοῦντο καὶ κατε πλήττοντο. Κατὰ δὴ ταύτης τότε ὁ φθόνος ὡπλίσατο· ἐπεὶ γὰρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ, διαβολὴν τοῦτ᾽ ἐκίνησε κατ᾽ αὐτῆς παρὰ τῷ τῆς ἐκκλησίας λαῷ, ὡς ἄρα εἴη αὕτη ἡ μὴ συγχω ροῦσα τὸν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ ἐπισκόπῳ συμβῆναι. Καὶ δὴ συμφρονήσαντες ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔνθερμοι, ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης, ἐπιτηροῦσι τὴν ἄνθρωπον ἐπανιοῦσαν ἐπὶ οἰκίαν ποθέν· καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκβαλόντες, ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυ μον Καισάριον συνέλκουσιν, ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστράκοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες, ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρὶ κατηνάλωσαν. Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο· ἀλλότριον γὰρ παντελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Καὶ ταῦτα πέπρακται τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς Κυρίλλου ἐπισκοπῆς, ἐν ὑπατείᾳ Ὁνωρίου τὸ δέκατον, καὶ Θεοδοσίου τὸ ἕκτον, ἐν μηνὶ Μαρτίῳ, νηστειῶν οὐσῶν.

 

ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΛΑΛΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ.

Κατ᾽ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν παῤῥησίαν λαβόντες ὑπὸ τοῦ ἐπι σκόπου οἱ Ἀλεξανδρεῖς ἔκαυσαν φρυγάνοις αὐθεντήσαντες Ὑπα τίαν τὴν περιβόητον φιλόσοφον, περὶ ἧς μεγάλα ἐφέρετο· ἦν δὲ παλαιὰ γυνή.

 

ΔΑΜΑΣΚΙΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

Ὑπατία αὕτη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη καὶ ἐπαιδεύθη. τὴν δὲ φύσιν γενναιοτέρα τοῦ πατρὸς οὖσα οὐκ ἠρκέσθη τοῖς διὰ τῶν μαθημάτων παιδεύμασιν ὑπὸ τῷ πατρί, ἀλλὰ καὶ φιλοσοφίας ἥψατο τῆς ἄλλης οὐκ ἀγεννῶς. περιβαλλομένη δὲ τρίβωνα ἡ γυνὴ καὶ διὰ μέσου τοῦ ἄστεως ποιουμένη τὰς προόδους ἐξηγεῖτο δημοσίᾳ τοῖς ἀκροᾶσθαι βουλομένοις ἢ τὸν Πλάτωνα ἢ τὸν Ἀριστοτέλην ἢ τὰ ἄλλου ὅτου δὴ τῶν φιλοσόφων. πρὸς δὲ τῷ διδασκαλικῷ καὶ ἐπ᾽ ἄκρον ἀναβᾶσα τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, δικαία τε καὶ σώφρων γεγονυῖα, διετέλει παρθένος, οὕτω σφόδρα καλή τε οὖσα καὶ εὐειδής, ὥστε καὶ ἐρασθῆναί τινα αὐτῆς τῶν προσφοιτώντων. ὁ δὲ οὐχ οἷός τε ἦν κρατεῖν τοῦ ἔρωτος, ἀλλ᾽ αἴσθησιν ἤδη παρείχετο καὶ αὐτῇ τοῦ παθήματος. οἱ μὲν οὖν ἀπαίδευτοι λόγοι φασί, διὰ μουσικῆς αὐτὸν ἀπαλλάξαι τῆς νόσου τὴν Ὑπατίαν· ἡ δὲ ἀλήθεια διαγγέλλει πάλαι μὲν διεφθορέναι τὰ μουσικῆς, αὐτὴν δὲ προενεγκαμένην τι τῶν γυναικείων ῥακῶν †αὐτοῦ βαλομένην† καὶ τὸ σύμβολον ἐπιδείξασαν τῆς ἀκαθάρτου γενέσεως, "τούτου μέντοι", φάναι, "ἐρᾷς, ὦ νεανίσκε, καλοῦ δὲ οὐδενός". τὸν δὲ ὑπ᾽ αἰσχύνης καὶ θάμβους τῆς ἀσχήμονος ἐπιδείξεως διατραπῆναί τε τὴν ψυχὴν καὶ διατεθῆναι σωφρονέστερον. οὕτω δὲ ἔχουσαν τὴν Ὑπατίαν, ἔν τε τοῖς λόγοις οὖσαν ἐντρεχῆ καὶ διαλεκτικὴν ἔν τε τοῖς ἔργοις ἔμφρονά τε καὶ πολιτικήν, ἥ τε ἄλλη πόλις εἰκότως ἠσπάζετό τε καὶ προσεκύνει διαφερόντως, οἵ τε ἄρχοντες ἀεὶ προχειριζόμενοι <τὰ> τῆς πόλεως ἐφοίτων πρῶτοι πρὸς αὐτήν, ὡς καὶ Ἀθήνησι διετέλει γινόμενον. εἰ γὰρ καὶ τὸ πρᾶγμα ἀπόλωλεν, ἀλλὰ τό γε ὄνομα φιλοσοφίας ἔτι μεγαλο πρεπές τε καὶ ἀξιάγαστον εἶναι ἐδόκει τοῖς μεταχειριζομένοις τὰ πρῶτα τῆς πολιτείας. ἤδη γοῦν ποτε συνέβη τὸν ἐπισκοποῦντα τὴν ἀντικειμένην αἵρεσιν Κύριλλον, παριόντα διὰ τοῦ οἴκου τῆς Ὑπατίας, ἰδεῖν πολὺν ὠθισμὸν ὄντα πρὸς ταῖς θύραις, "ἐπιμὶξ ἀνδρῶν τε καὶ ἵππων", τῶν μὲν προσιόντων, τῶν δὲ ἀπιόντων, τῶν δὲ καὶ προσισταμένων. ἐρωτήσαντα δὲ ὅ τι εἴη τὸ πλῆθος καὶ περὶ οὗ κατὰ τὴν οἰκίαν ὁ θόρυβος, ἀκοῦσαι παρὰ τῶν ἑπομένων, ὅτι προσαγορεύοιτο νῦν ἡ φιλόσοφος Ὑπατία καὶ ἐκείνης εἶναι τὴν οἰκίαν. μαθόντα δὴ οὕτω δηχθῆναι τὴν ψυχήν, ὥστε φόνον αὐτῇ ταχέως ἐπιβουλεῦσαι, πάντων φόνων ἀνοσιώτατον. προελθούσῃ γὰρ κατὰ τὸ εἰωθὸς ἐπιθέμενοι πολλοὶ ἀθρόοι θηριώδεις ἄνθρωποι, ὡς ἀληθῶς σχέτλιοι, οὔτε "θεῶν ὄπιν εἰδότες" οὔτ᾽ "ἀνθρώπων νέμεσιν" ἀναιροῦσι τὴν φιλόσοφον, ἄγος τοῦτο μέγιστον καὶ ὄνειδος προστριψάμενοι τῇ πατρίδι. καὶ ὁ βασιλεὺς ἠγανάκτησεν ἐπὶ τούτῳ <…> εἰ μὴ Αἰδέσιος ἐδωροδοκήθη. καὶ τῶν μὲν σφαγέων ἀφείλετο τὴν ποινήν, ἐφ᾽ ἑαυτὸν δὲ καὶ γένος τὸ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ταύτην ἐπεσπάσατο, καὶ ἐξέπλησε δίκην ὁ τούτου ἔκγονος.

 

ΣΟΥΔΑ

Ὑπατία ἡ Θέωνος τοῦ γεωμέτρου θυγάτηρ, τοῦ Ἀλεξανδρέως φιλοσόφου, καὶ αὐτὴ φιλόσοφος καὶ πολλοῖς γνώριμος· γυνὴ Ἰσιδώρου τοῦ φιλοσόφου. ἤκμασεν ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἀρκαδίου. ἔγραψεν ὑπό μνημα εἰς Διόφαντον, τὸν ἀστρονομικὸν Κανόνα, εἰς τὰ Κωνικὰ Ἀπολ λωνίου ὑπόμνημα. αὕτη διεσπάσθη παρὰ τῶν Ἀλεξανδρέων, καὶ τὸ σῶμα αὐτῆς ἐνυβρισθὲν καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν διεσπάρη. τοῦτο δὲ πέ πονθε διὰ φθόνον καὶ τὴν ὑπερβάλλουσαν σοφίαν, καὶ μάλιστα εἰς τὰ περὶ ἀστρονομίαν· ὡς μέν τινες ὑπὸ Κυρίλλου, ὡς δέ τινες διὰ τὸ ἔμφυτον τῶν Ἀλεξανδρέων θράσος καὶ στασιῶδες. πολλοῖς γὰρ καὶ τῶν κατ᾽ αὐτοὺς ἐπισκόπων τοῦτο ἐποίησαν· τὸν Γεώργιον σκόπει καὶ τὸν Προτέριον. Περὶ Ὑπατίας τῆς φιλοσόφου. ἀπόδειξις, ὡς στασιώδεις οἱ Ἀλεξανδρεῖς. αὕτη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη καὶ ἐπαιδεύθη. τὴν δὲ φύσιν γενναιοτέρα τοῦ πατρὸς οὖσα οὐκ ἠρκέσθη τοῖς διὰ τῶν μαθημάτων παιδεύμασιν ὑπὸ τῷ πατρί, ἀλλὰ καὶ φιλοσοφίας ἥψατο τῆς ἄλλης οὐκ ἀγεννῶς, περιβαλλομένη δὲ τρίβωνα ἡ γυνὴ καὶ διὰ μέσου τοῦ ἄστεος ποιουμένη τὰς προ όδους ἐξηγεῖτο δημοσίᾳ τοῖς ἀκροᾶσθαι βουλομένοις ἢ τὸν Πλάτωνα ἢ τὸν Ἀριστοτέλην ἢ ἄλλου ὅτου δὴ τῶν φιλοσόφων. πρὸς δὲ τῷ διδασκαλικῷ καὶ ἐπ᾽ ἄκρον ἀναβᾶσα τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, δικαία τε καὶ σώφρων γεγονυῖα, διετέλει παρθένος, οὕτω σφόδρα καλή τε οὖσα καὶ εὐειδής, ὥστε καὶ ἐρασθῆναί τινα αὐτῆς τῶν προσφοιτώντων. ὁ δὲ οὐχ οἷός τε ἦν κρατεῖν τοῦ ἔρωτος, ἀλλ᾽ αἴσθησιν ἠδὴ παρείχετο καὶ αὐτῇ τοῦ παθήματος. οἱ μὲν οὖν ἀπαίδευτοι λόγοι φασί, διὰ μουσικῆς αὐτὸν ἀπαλλάξαι τῆς νόσου τὴν Ὑπατίαν· ἡ δὲ ἀλήθεια διαγγέλλει πάλαι μὲν διεφθορέναι τὰ μουσικῆς, αὐτὴν δὲ προενεγκαμένην τι τῶν γυναικείων ῥακῶν αὐτοῦ βαλλομένην καὶ τὸ σύμβολον ἐπιδείξασαν τῆς ἀκαθάρτου γενέσεως, τούτου μέντοι, φάναι, ἐρᾷς, ὦ νεανίσκε, καλοῦ δὲ οὐδενός, τὸν δὲ ὑπ᾽ αἰσχύνης καὶ θάμβους τῆς ἀσχήμονος ἐπιδείξεως διατραπῆναί τε τὴν ψυχὴν καὶ διατεθῆναι σωφρονέστερον. οὕτω δὲ ἔχουσαν τὴν Ὑπατίαν, ἔν τε τοῖς λόγοις οὖσαν ἐντρεχῆ καὶ διαλεκτικὴν ἔν τε τοῖς ἔργοις ἔμφρονά τε καὶ πολιτικήν, ἥ τε ἄλλη πόλις εἰκότως ἠσπάζετό τε καὶ προσεκύνει διαφερόντως, οἵ τε ἄρχον- τες ἀεὶ προχειριζόμενοι τῆς πόλεως ἐφοίτων πρῶτοι πρὸς αὐτήν, ὡς καὶ Ἀθήνησι διετέλει γινόμενον. εἰ γὰρ καὶ τὸ πρᾶγμα ἀπόλωλεν, ἀλλὰ τό γε ὄνομα φιλοσοφίας ἔτι μεγαλοπρεπές τε καὶ ἀξιάγαστον εἶναι ἐδόκει τοῖς μεταχειριζομένοις τὰ πρῶτα τῆς πολιτείας. ἤδη γοῦν ποτε συνέβη τὸν ἐπισκοποῦντα τὴν ἀντικειμένην αἵρεσιν Κύριλλον, παριόντα διὰ τοῦ οἴκου τῆς Ὑπατίας, ἰδεῖν πολὺν ὠθισμὸν ὄντα πρὸς ταῖς θύραις, ἐπιμὶξ ἀνδρῶν τε καὶ ἵππων, τῶν μὲν προσιόντων, τῶν δὲ ἀπιόντων, τῶν δὲ καὶ προσισταμένων. ἐρωτήσαντα δὲ ὅ τι εἴη τὸ πλῆθος καὶ περὶ οὗ κατὰ τὴν οἰκίαν ὁ θόρυβος, ἀκοῦσαι παρὰ τῶν ἑπομένων, ὅτι προσαγορεύοιτο νῦν ἡ φιλόσοφος Ὑπατία καὶ ἐκείνης εἶναι τὴν οἰκίαν. μαθόντα δὴ οὕτω δηχθῆναι τὴν ψυχήν, ὥστε φόνον αὐτῇ ταχέως ἐπιβουλεῦσαι, πάντων φόνων ἀνοσιώτατον. προελθούσῃ γὰρ κατὰ τὸ εἰωθὸς ἐπιθέμενοι πολλοὶ ἀθρόοι θηριώδεις ἄνθρωποι, ὡς ἀληθῶς σχέτλιοι, οὔτε θεῶν ὄπιν εἰδότες οὔτ᾽ ἀνθρώπων νέμεσιν ἀναιροῦσι τὴν φιλόσοφον, ἄγος τοῦτο μέγιστον καὶ ὄνειδος προστρεψά μενοι τῇ πατρίδι. καὶ ὁ βασιλεὺς ἠγανάκτησεν ἐπὶ τούτῳ, εἰ μὴ Αἰδέ σιος ἐδωροδοκήθη. καὶ τῶν μὲν σφαγέων ἀφείλετο τὴν ποινήν, ἐφ᾽ ἑαυτὸν δὲ καὶ γένος τὸ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ταύτην ἐπεσπάσατο, καὶ ἐξέπλησε δίκην ὁ τούτου ἔκγονος. τούτων δὲ ἡ μνήμη ἔτι σῳζομένη τοῖς Ἀλεξανδρεῦσι συνέστελλεν εἰς μικρὸν κομιδῆ τὴν περὶ τὸν Ἰσίδωρον τῶν Ἀλεξανδρέων τιμήν τε καὶ σπουδήν· ὅτε καὶ τοιούτου ἐπικρε μαμένου δέους, ὅμως ἕκαστοι ἔσπευδον αὐτῷ συνεῖναι θαμὰ καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ σωφρονοῦντος στόματος ἰόντων ἀκροᾶσθαι λόγων. ἐπεὶ καὶ ὅσοι ῥητορικῶν προΐσταντο διατριβῶν ἢ ποιητικῶν, ἠσπάζοντο τὴν τοῦ φιλοσόφου συχνὴν ὁμιλίαν. εἰ γὰρ καὶ ἀνάγωγος ἦν τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ τῇ γε ἄλλῃ φιλοσόφῳ ἀκριβείᾳ προσετίθει τι καὶ ἐκείνοις ἐπιμελέστερον εἰς τὰ σφέτερα αὐτῶν τεχνύδρια. τά τε γὰρ ἄλλα διηκρίβωτο καὶ τῶν ἐπιδεικνυμένων λόγων τε καὶ ποιημάτων κρίσιν ἐποιεῖτο διαφέρουσαν τῶν ἄλλων. διὸ καὶ ἐν τοῖς ἐπί τινι λογικῇ ἀκροάσει θεάτροις ὀλίγα μὲν ἐπῄνει τοὺς ἐπιδεικνυμένους, καὶ πάνυ ἡσυχάζοντι τῷ ἐπαίνῳ· καιρίως δὲ ὅμως καὶ κατὰ λόγον. ὅθεν ἅπαν τὸ θέατρον, ὡς εἰπεῖν, τῇ ἐκείνου κρίσει γνώμονι διεχρῆτο τῶν ἄμεινον ἢ χεῖρον λεγόντων. τῶν δὲ ἐπ᾽ ἐμοῦ γεγονότων κριτικοὺς ἄνδρας ἐπίσταμαι τρεῖς τὰ λεγόμενα κρίνειν δυναμένους ἄνευ τε μέτρου· τοῦ γὰρ αὐτοῦ ἡ μὲν κρίσις ὁμολογεῖται οὖσα ποιημάτων καὶ συγγραμμάτων. ἐγὼ δὲ καὶ δημιουργὸν ἡγοῦμαι τὸν αὐτὸν ἑκατέρων· μόνον εἰ γυμνασία πρὸς ἑκάτερον ἴση γένοιτο καὶ διὰ προθυμίας τῆς ἴσης. ἕνα δὲ τούτων οὔ φημι τὸν Ἰσίδωρον, ἀλλὰ καὶ πολλῷ ἐλαττοῦσθαι τῶν τριῶν. οἱ δὲ κριταὶ Ἀγάπιος, Σεβηριανός, Νόμος. ἡμέτερος δὲ ἡλικιώτης ὁ Νόμος.

Δὲν εἶναι τοξικὰ ἀπόβλητα!

Μιὰ εἴδηση ἀπίστευτη, φρικώδης, ἀνατριχιαστική! Μεταδόθηκε στὶς 21 τοῦ περασμένου Αὐγούστου:
«Συγκλονιστικὴ τραγωδία στὰ νερὰ τῆς Μεσογείου γιὰ 75 Ἀφρικανούς μετανάστες ποὺ πέθαναν ἀπὸ πεῖνα καὶ δίψα πάνω στὸ πλοιάριο ποὺ ἤλπιζαν ὅτι θὰ τοὺς μεταφέρει σὲ ἕνα καλύτερο αὔριο. Οἱ μετανάστες, προερχόμενοι κυρίως ἀπὸ τὴν Ἐρυθραία, ἐπιβιβάστηκαν πρὶν ἀπὸ τρεῖς ἑβδομάδες στὸ πλοιάριο στὴν Τρίπολη τῆς Λιβύης. Μετὰ ἀπὸ ταξίδι τριῶν ἡμερῶν τὸ πλοιάριο ἔμεινε ἀπὸ καύσιμα καὶ λίγες ἡμέρες ἀργότερα τὰ τρόφιμα καὶ τὸ νερὸ τελείωσαν. Οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ πεθαίνουν, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, καθὼς τὸ πλοιάριο παρασυρόταν στὴ θάλασσα. Οἱ ἐπιβάτες πέθαιναν καὶ οἱ ἐπιζῶντες τοὺς ἔριχναν στὴ θάλασσα. Δίπλα στὸ πλοιάριο πέρασαν ἀρκετὰ σκάφη, ἀλλὰ δὲν βοήθησαν. Ἕνας ψαρὰς ἔδωσε στοὺς μετανάστες λίγο ψωμὶ καὶ νερό, ἀλλὰ μετὰ τοὺς ἄφησε στὴν τύχη τους».
Αὐτὸ καὶ ἄλλα παρόμοια περιστατικὰ ἀνάγκασαν στὰ μέσα τοῦ Σεπτεμβρίου τὴν Ὕπατη Ἁρμοστὴ τοῦ ΟΗΕ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα Ναβὶ Πιλάι νὰ κατακεραυνώσει τοὺς καπετάνιους τῶν πλοίων ποὺ δὲν προσφέρουν βοήθεια στοὺς μετανάστες ποὺ βρίσκονται στὴ θάλασσα. «Τοὺς γυρίζουν τὴν πλάτη σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ πλοῖα μὲ τοξικὰ ἀπόβλητα» δηλώνει ἡ Ναβὶ Πιλάι καταγγέλλοντας κατάφωρη παραβίαση τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου.
Ἡ καταγγελία γίνεται ἀπὸ τὰ πιὸ ἁρμόδια ἐπίσημα χείλη καὶ ἀποτελεῖ τὴν πλέον αὐστηρὴ καταδίκη τῆς τραγικῆς ἐποχῆς μας. Ἕνας νέος χιτλερισμὸς ἔχει κάνει τὴν ἐμφάνισή του καὶ καταργεῖ παραδόσεις καὶ ἠθικοὺς νόμους αἰώνων.
Ἡ Εὐρώπη καὶ ὁ ὑπόλοιπος κόσμος τῶν ὀνομαζόμενων προηγμένων χωρῶν, ἀφοῦ ἐπὶ αἰῶνες ἐκμεταλλεύτηκαν τὸν πλοῦτο τῶν ἀφρικανικῶν χωρῶν καὶ διέφθειραν τὶς κοινωνίες τους, τὶς ἐγκαταλείπουν τώρα στὴν ἀπόλυτη ἐξουδένωση, στὴν πεῖνα καὶ τὴν φτώχεια, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἐπιδίδονται μανιωδῶς στὶς ἀπολαύσεις τους καὶ νὰ κολυμποῦν στὴν εὐμάρεια καὶ τὴν ἄνεση τοῦ πολιτισμοῦ τους.
Ὦ ἄνθρωποι! Θὰ γίνουμε λοιπὸν θηρία τῆς χειρότερης ζούγκλας; Εἶναι ὅμως δίκαιος ὁ Θεός! Καὶ ἂν δὲν μετανοήσουμε, θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει μέσα στὴν ἀβυσσώδη κακία μας καὶ θὰ ἔρθει ὥρα ποὺ θὰ πεθαίνουμε καὶ ἐμεῖς σὰν τὰ δυστυχισμένα αὐτὰ πλάσματα, ποὺ τὰ ἀντιμετωπίζουμε ὡς «τοξικὰ ἀπόβλητα» τοῦ ἀπάνθρωπου πολιτισμοῦ μας. Ἂν δὲν μετανοήσουμε!

Ἐποχὴ θηρίων

25η Ὥρα

Ἕνα προφητικὸ κείμενο!

(Ἀπὸ τὸ συγκλονιστικὸ βιβλίο τοῦ Βιργκὶλ Γκεωργκίου 25η Ὥρα, ποὺ ἔχει γίνει καὶ ὁμώνυμη κινηματογραφικὴ ταινία καὶ στὸ ὁποῖο ὁ συγγραφέας περιγράφει τὴ φρίκη τῶν στρατοπέδων συγκεντρώσεως κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτόν).

 

Οἱ Πολίτες

 

Ὁ προφήτης Δανιὴλ ἔμεινε στὸ λάκκο τῶν λεόντων κι οἱ λέοντες δὲν τὸν κατασπάραξαν… Τοὺς δάμασε. Οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ μαγεύουν τὰ φίδια καὶ νὰ δαμάζουν τὰ λιοντάρια. Ὁ Μουσολίνι εἶχε δύο τίγρεις στὸ γραφεῖο του. Τὶς εἶχε ἐξημερώσει. Οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ ἡμερώσουν ὅλα τὰ ἄγρια θηρία. Ἀλλὰ ἐδῶ καὶ κάμποσον καιρὸ ἕνα καινούργιο εἶδος ζώου παρουσιάστηκε στὴν ἐπιφάνεια τοῦ πλανήτη. Καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ ἔχει ἕνα ὄνομα: οἱ Πολίτες. Δὲν ζοῦν οὔτε στὰ δάση οὔτε στὴ ζούγκλα, ἀλλὰ στὰ γραφεῖα. Ὡστόσο εἶναι πιὸ σκληροὶ καὶ ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἄγρια θηρία τῆς ζούγκλας. Γεννήθηκαν ἀπ᾿ τὴ διασταύρωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ μηχανή. Εἶναι ἕνα νοθογέννητο εἶδος. Κι εἶναι ἡ πιὸ παντοδύναμη ράτσα πάνω σ᾿ ὅλη τὴν ἐπιφάνεια τοῦ πλανήτη μας. Τὸ πρόσωπό τους μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο τῶν ἀνθρώπων, καὶ συχνὰ κινδυνεύει κανένας νὰ τοὺς συνταυτίσει μ᾿ αὐτούς. Ἀλλὰ παρευθὺς ἀμέσως καταλαβαίνει κανένας πὼς δὲν συμπεριφέρονται σὰν ἄνθρωποι, ἀλλὰ σὰν μηχανές. Ἀντὶ γιὰ καρδιὰ ἔχουν χρονόμετρο. Τὸ μυαλό τους εἶναι ἕνα εἶδος μηχανῆς. Δὲν εἶναι οὔτε μηχανὲς οὔτε ἄνθρωποι. Οἱ πεθυμιές τους εἶναι πεθυμιὲς ἄγριων ζώων. Δὲν εἶναι ὅμως ἄγρια θηρία. Εἶναι Πολίτες… Παράξενη διασταύρωση. Κι ἔχουν πλημμυρίσει ὅλη τὴ γῆ…

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε